Τετάρτη 29 Μαΐου 2013



πειθαναγκάζω [piθanaŋgázo] -ομαι Ρ2.1 : αναγκάζω κπ. να συμφωνήσει μαζί μου και να με υπακούσει, χρησιμοποιώντας ψυχολογική βία ή απειλές.
[λόγ. < ελνστ. πειθανάγκ(η) `πειθώ με βία΄ -άζω]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πειθαναγκασμός ο [piθanaŋgazmós] Ο17 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πειθαναγκάζω.
[λόγ. πειθαναγκασ- (πειθαναγκάζω) -μός]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πειθαρχείο το [piθarxío] Ο39 : ειδικός θάλαμος για τον εγκλεισμό στρατιωτών τιμωρημένων για πειθαρχικό παράπτωμα.
[λόγ. πειθαρχ(ώ) -είον]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πράττω [práto] -ομαι Ρ αόρ. έπραξα, απαρέμφ. πράξει, παθ. αόρ. πράχθηκα, απαρέμφ. πραχθεί, μππ. (ως ουσ.) τα πεπραγμένα* : (λόγ.) κάνω, ενεργώ, εκτελώ: ~ κατά συνείδηση, ενεργώ ακολουθώντας τη συνείδησή μου. Kαλώς έπραξες, καλά έκανες. Θα πράξω το καθήκον μου. [λόγ. < αρχ. (αττ. διάλ.) πράττω
πειθαναγκάζω [piθanaŋgázo] -ομαι Ρ2.1 : αναγκάζω κπ. να συμφωνήσει μαζί μου και να με υπακούσει, χρησιμοποιώντας ψυχολογική βία ή απειλές.
[λόγ. < ελνστ. πειθανάγκ(η) `πειθώ με βία΄ -άζω]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πειθαναγκασμός ο [piθanaŋgazmós] Ο17 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πειθαναγκάζω.
[λόγ. πειθαναγκασ- (πειθαναγκάζω) -μός]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πειθαρχείο το [piθarxío] Ο39 : ειδικός θάλαμος για τον εγκλεισμό στρατιωτών τιμωρημένων για πειθαρχικό παράπτωμα.
[λόγ. πειθαρχ(ώ) -είον]




Λύεται η συνεδρίαση

 H σύμβαση λύεται, όταν καταγγελθεί και από τα δύο μέρη
  Tους ζυγούς λύσατε