![]() |
- πειθαναγκάζω [piθanaŋgázo] -ομαι Ρ2.1 : αναγκάζω κπ. να συμφωνήσει μαζί μου και να με υπακούσει, χρησιμοποιώντας ψυχολογική βία ή απειλές. [λόγ. < ελνστ. πειθανάγκ(η) `πειθώ με βία΄ -άζω]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πειθαναγκασμός ο [piθanaŋgazmós] Ο17 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πειθαναγκάζω. [λόγ. πειθαναγκασ- (πειθαναγκάζω) -μός]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πειθαρχείο το [piθarxío] Ο39 : ειδικός θάλαμος για τον εγκλεισμό στρατιωτών τιμωρημένων για πειθαρχικό παράπτωμα. [λόγ. πειθαρχ(ώ) -είον]



